Yiorgos – Ikaros Babassakis

ikarosΟ Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1960. Είναι ποιητής, μεταφραστής και συγγραφέας. Σπούδασε οικονομικά στην Ανωτάτη Βιομηχανική Σχoλή Πειραιώς, κινηματογράφο στη Σχολή Σταυράκου, και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Bielefeld. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 γράφει σε έντυπα και συνθέτει ποιήματα και πεζογραφήματα. Κείμενά του δημοσιεύτηκαν στην Οδό Πανός, στον Ήχο, στο Κάππα, κ.ά. Συνεργάστηκε με την εφημερίδα Ελευθεροτυπία και το Έψιλον. Ο τρόπος ζωής του τον οδήγησε στη μελέτη των λεγόμενων «ιστορικών πρωτοποριών» (Φουτουρισμός, Dada, Υπερρεαλισμός), των Beat ποιητών και συγγραφέων, καθώς και του ρεύματος για την «υπέρβαση και την πραγμάτωση της Τέχνης» (Cobra, Λεττριστές, Καταστασιακοί). Ίδρυσε και διηύθυνε την επιθεώρηση Propaganda. Εργάστηκε στο ελληνικό ραδιόφωνο (Δεύτερο Πρόγραμμα, ΕΡΑ4, Εν Λευκώ, κ.α.). Διευθύνει τη σειρά “Αιφνίδια Ντοκιμαντέρ” στις εκδ. Γαβριηλίδης και το περιοδικό ΚΟΡΕΚΤ, με τον Θάνο Σταθόπουλο, στις εκδόσεις Νεφέλη. Έχει διδάξει Ιστορία της Τέχνης, Δημιουργική Γραφή, Θεωρία της Λογοτεχνίας, Ιστορία του Κινηματογράφου. Είναι Έκτακτος Διδάσκων στο Μεταπτυχιακό Ψηφιακών Μορφών Τέχνης της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών.


George – Icaros Babassakis was born in April 1960. He is a poet, translator and writer. He studied Economics at the School of Industry in Piraeus, Cinema at Stavrakos School and Philosphy at Bielefeld University in Germany. By the end of the 1970ies he begun to participate in print editions and writing poems and novels. His works have been published in a number of magazines, such as Odos Panos, Ichos, Kappa, Lexi, Poliorkia et. al. He has been a contributor in Eleftherotypia newspaper and Epsilon magazine for ten years. He was the literary columnist at the City Press daily. His way of living led him towards the systematic study of the ‘historical avant – gardes’ (namely, Futurism, Dada, Surrealism), the Beat poets and writers as well as the current for the ‘surpassing and actualization of art’ (CoBrA, Lettrists, Situationists). He has been the founder and director of the Propaganda Review. He has worked in the Greek radio, namely Deftero Programma, ERA4, En Lefko, Sto Kokkino 105,5, Channel One Piraeus 90,4. He is director of the series ‘Sudden Documentaries’ for Gavriilidis Editions and of the KORREKT literary review, together with the poet Thanos Stathopoulos, for Nefeli Editions.

ΣΚΑΡΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΝ JACKSON POLLOCK

Στη φάρμα με τέσσερα αδέρφια
Άτσαλα ρούχα και βλέμμα στη χλόη καρφωμένο
Ανάμεσα μπρέκφαστ και δείπνο να μελετάει
Τις ποικίλες αναδιπλώσεις της φύσης
Την άλλη ύλη να δουλεύει και να λειτουργεί
Με όραση ειδικευμένη στο ανεπαίσθητο
Κι ένα τσιγάρο να φωσφορίζει στ’ ωραίο στόμα του

Προσπέρασε τα’ αδέρφια του με ντρίπλες
Και άυπνο σώμα να δουλεύει στον καμβά
Χορεύοντας ινδιάνικο ζεϊμπέκικο την απορία του
Για το πιο έσω γεγονός
Και τη λαλιά της κάθε απόχρωσης
Με μπίρα και ουίσκι και καπνό ντοπαρισμένος
Ξεγέλασε του χρόνου που κυλάει το τραγούδι

Είχε φάει κι είχε πιει
Κι είχε κορέσει εκατό εγκόσμιες απάτες
Κι είχε το βρόντο ακούσει σουρωμένος
Από χίλιες απρόοπτες θύελλες
Κι είχε χωρέσει ο νους του
Ποδοβολητό διαμπερές από πρόσκαιρη εκατόμβη
Και πόνεσε η σάρκα του κατόπιν
Κι έζησε τη χλαλοή

Το κάθε χθόνιο σκίρτημα
Σε εικόνα μεταμόρφωσε
Και νεύμα ειμαρμένης άφευκτης
Το ’κανε ρυθμό και χρώμα
Ήταν με τους φίλους του καλός
Κι ας σπίλωνε τις φίλες του
Στου ζύθου το βυθό λαχταρούσε μεταμέλεια
Κι ήταν γιορτή ακόμα
Κι η πιο ζόρικη κλαυτή απολογία

Ξεγέλασε της Lee τη θαλπωρή
Με κόβερντιπλ και Olds βαβούρα
Αφού πρώτα λιγώθηκε στης Ruth το όμορφο κορμί
Ήταν κι η Edith μέσα
Και σκοτώθηκε
Ο κάθε ημίθεος σαν φεύγει
Παίρνει βροντή βροτής μαζί του Θυσία σαν τους αρχαίους μύστες
Σαν τα τοτέμ που αγάπησε
Και αίμα αθώο να παρηγορεί
Και να δουλεύει σαν υπόμνηση
Μιας δόξας που τρελάθηκε
Που οι δαίμονες τη φθόνησαν

 

BLUES FOR JACKSON POLLOCK

With four brothers at the farm
Crumpled clothes, gazing at the grass
Between breakfast and dinner studying
The varied backfoldings of nature
Working on material substance
His vision attuned to the imperceptible
A cigarette glowing in his handsome mouth

He dribbled past his brothers
A sleepless body working on the canvas
Dancing his perplexity into an Indian zeibekiko
Mystified by the innermost event
And by the voice of every hue
Deep in beer and whisky and tobacco
He fooled the rolling time’s song

He ate and drank
Slaked a hundred worldly deceptions
Heard the drunken roar
Of a thousand unexpected storms
Mindful of a through stampede
A temporary carnage
And then, with aching flesh
He witnessed the turmoil

Every single chthonic thrill
He made into an image
And every gesture by ineluctable fate
He turned into rhythm and color
He was nice to his friends
Though lusting after the women
He sought penitence at the bottom of the ale
And even the hardest weeping apology
Was still a feast

He cheated on Lee’s cozy embrace
In a convertible rickety Olds
After swooning inside Ruth’s beautiful body
Edith was also there
She got killed
Every semigod upon leaving
Takes with him a roar of mortal woman
A sacrifice, like the ancient mystics
Like the totems he loved
Innocent blood, to comfort
To serve as a reminder
Of glory gone insane
Envied by demons
Translated by Yorgos Kyriazis