Lello Voce

voceΟ Λέλο Βότσε (Νάπολη, 1957), ποιητής, συγγραφέας και περφόρμερ, είναι από τούς ιδρυτές του Gruppo 93 και του Διεθνούς Κινήματος Ποίησης. Έχει δημοσιεύσει μεγάλο αριθμό βιβλίων και cd  ποίησης, πρόζας και spoken music. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, αγγλικά, ισπανικά, ιαπωνικά, γερμανικά, πορτογαλικά και αραβικά. Το 2003 βραβεύτηκε με το Βραβείο Ποίησης Δελφίνι για το έργο Άσκηση γλώσσας και το 2012 με το Βραβείο της Νάπολης για τη Μικρή κανιβαλική κουζίνα.


Lello Voce (Naples, 1957) a poet, writer and performer, is one of the founders of Gruppo 93 and of World Poetry Movement. He has published a number of books and CDs of poetry, prose and spoken music. His work has been translated into French, English, Spanish, Japanese, German, Portuguese and Arabic. In 2003 his Language Exercise was awarded with the Dolphin Poetry Prize and in 2012 his Little Cannibal Cuisine with the Naples Award.

ΤΟ ΡΗΜΑ ΕΙΜΑΙ
είμαι κόκκαλο ερωτευμένο τάφρος κλειστή δεν έχω αντοχή σαν κατακάθι τού καφέ στο φλιτζάνι είμαι
μορφίνη
ναρκωτικό αστραφτερό είμαι μια μύγα που βουίζει παύση δεν γνωρίζει κόντρα στο εγώ είμαι αυτοτελής
αυτοκτονώ μόνος
σαν να βρήκα ένα ρόλο βρώμικο νερό στα πιάτα σαν βλεφαρίδες είμαι συκώτι ασθενικό πέταγμα εντόμου
μύτη στραβή πού δεν μυρίζει είμαι πόνος στα πλευρά έρωτας αμοιβαίος μυς κατεστραμμένος ναρκωμένος
τραγέλαφος ανάσα χασμωδία

και εσύ πού νομίζεις πως τα λόγια μου είναι σαφή σαν πράξεις πες μου
πως τα νοιώθεις στ’ αλήθεια εσύ που συγχέεις το απλό με το διάφανο τη θέληση με την απρέπεια πες
μου εάν η σιωπή δεν μοιάζει με θάνατο.

ήμουν νέος πυρετός της ζωής της δικής σου γραφής θρόισμα ηλίου λιόδεντρα ρευστά θαλασσινά σαν ατμοί
της βενζίνης αυτοκινήτων εχθρικών χέρια και μηροί να τρυπήσεις να χαϊδέψεις να ανακαλύψεις
ήμουν στο περιθώριο σιωπούσα και μιλούσα δίχως όριο ήμουν όλα όσα είμαι ήχος οξύς στο στόμα
επιθυμία επαναστατική χρονικό πρώτος λαχνός σφύριγμα
ήμουν μέλλον γεμάτο παρελθόν συγκλονιστικός ήμουν θύμα
της ιστορίας ήμουν τα μολυβένια χρόνια σαστισμένος στο γκρεμό θάνατος μελανός κέρινο σώμα ήττα
καπνός

και εσύ πού νομίζεις πως τα λόγια μου είναι σαφή σαν πράξεις πες μου
πως τα νοιώθεις στ’ αλήθεια εσύ που συγχέεις το απλό με το διάφανο τη θέληση με την απρέπεια πες
μου εάν η σιωπή δεν μοιάζει με θάνατο.

θα είμαι η επιστροφή τού πατρός θα είμαι τα γηρατειά ο πρώτος πού θα τού πάρουν την καρδιά
θα είμαι μετάνοια μελλοντική ο τελευταίος τοίχος της ντροπής θα είμαι οξύς θα είμαι η ζωή
συνθλιμμένη
πέτρα στυφή ανάσα κομμένη τού Γκεβάρα μνήμη κουρασμένη θα είμαι φειδωλός μάντολα πικρή και ζήλος
θα είμαι ο Γάιος τού γυιού μου στο τελευταίο μίλι θα με σύρει
θα είναι τελευταίος θα κραυγάσει τη φύρα ονείρου και θανάτου θα μοιράσει θα είμαι της οδύνης η ηχώ
άλμα ακροβατικό στο κενό
χρόνος πού έρχεται και δεν περνά θα είμαι ένα αλλά ομοβροντία φωνηέντων όρθιος προκλητικός θα
αγρυπνώ ανάστροφος γονατιστός θα είμαι ζωντανός σαν την γραφή μου.

και εσύ πού νομίζεις πως τα λόγια μου είναι σαφή σαν πράξεις πες μου
πως τα νοιώθεις στ’ αλήθεια εσύ που συγχέεις το απλό με το διάφανο τη θέληση με την απρέπεια πες
μου εάν η σιωπή δεν μοιάζει με θάνατο.
Μετάφραση: Χαρά Σαρλικιώτη

 
Μετάφραση: Χαρά Σαρλικιώτη

(Il verbo essere)

sono un osso innamorato un fosso strozzato un non posso
come la posa del caffe sul fondo della tazzina sono morfina
polverina scintillante sono una mosca che ronza e non si posa
sono il contrario di un io sono mio mi uccido da me da
solo come un trovarsi un ruolo o lo scolo dell’acqua da
stoviglie sporche come le ciglia sono un fegato infetto il
volo di un insetto il setto deviato che non sente odore sono
un dolore tra le costole un amore vicendevole sono un
muscolo adulterato un ircocervo narcotizzato un fiato uno iato)

e tu che pensi che queste mie parole siano chiare come un fare dimmi
se sei proprio sicura di capire
e tu che confondi semplicitΰ e trasparenza voglia e indecenza dimmi
se senza parole non sembra di morire:

ero carne giovane nervi vivi ero tutto ciς che ancora scrivi il
fruscio del sole e gli ulivi liquidi quanto il mare come vapori
di benzina e automobili aggressivi o braccia e cosce da
bucare con amore da carezzare e scoprire ero quello seduto
di lato il piω silenzioso e quello ciarliero ero tutto ciς che
giΰ sono ero un suono acuto tra lingua e palato un amore
rivoluzionario un diario un fischio un botto un terno al lotto
ero futuro colmo di passato un mozzafiato ero la vittima
della storia ero gli anni di piombo e lo sguardo attonito sullo
strapiombo la morte nera il corpo di cera la sconfitta la ciminiera)

e tu che pensi che queste mie parole siano chiare come un fare dimmi
se sei proprio sicura di capire
e tu che confondi semplicitΰ e trasparenza voglia e indecenza dimmi
se senza parole non sembra di morire:

sarς mio padre che ritorna sara la sua vecchiaia e il primo per la
la mannaia sarς il pentimento del futuro l’ultimo muro senza piu
cocci sara la punta aguzza della fine una vita fatta strame e tumore
pietra aspra della lingua sara il fiato che manca la memoria stanca
di guevara la mano avara la mandorla amara che avvelena e la lena
sara figlio di mio figlio sarΰ lui a trascinarmi per l’ultimo miglio a
gridare l’ultimo grido a calcolare lo sfrido tra morte e sogno sara
l’eco del suo dolore il salto acrobatico e l’abisso che lo contiene il
tempo che viene e che non passa piω sara solo un pero un subisso
di vocali senza piu consonanti sara in piedi a occhi aperti gambe
larghe sara di spalle supino in ginocchio sara vivo come quando scrivo)

e tu che pensi che queste mie parole siano chiare come un fare dimmi
se sei proprio sicura di capire
e tu che confondi semplicitΰ e trasparenza voglia e indecenza dimmi
se senza parole non sembra di morire: