Yiorgos Chronas

χροναςΟ Γιώργος Χρονάς γεννήθηκε στις 17 Οκτώβριο του 1948 στον Πειραιά. Από το 1973, που εμφανίστηκε στα γράμματα, έχει εκδώσει είκοσι δύο βιβλία με ποιήματα, πεζά, θέατρο. Ξεκίνησε από το Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, επί Μάνου Χατζιδάκι, το 1979, παρουσιάζοντας την εκπομπή Οδός Πανός 17, έως το 2011 που παρουσίαζε το Ξενοδοχείο Βαλκάνια. Εργάστηκε επίσης στο Πρώτο Πρόγραμμα με την εκπομπή Χάρτινη Εξέδρα από το 1989 έως 1999 για μία δεκαετία. Και στο Δεύτερο Πρόγραμμα από το 1980 έως το 1988 με τις εκπομπές Πρόσωπα, και Μες στον καθρέφτη.
Από το 1981 εκδίδει το Περιοδικό και τις Εκδόσεις Οδός Πανός, και τις Εκδόσεις ΣΙΓΑΡΕΤΑ. 450 βιβλία έχουν εκδοθεί και 159 τεύχη του περιοδικού έως το Σεπτέμβριο του 2013.
Ποιήματά του και πεζά έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Εκατό τραγούδια του έχουν μελοποιηθεί από Έλληνες συνθέτες.
Από τον Μάρτιο του 2009 έως τον Δεκέμβριο του 2011, ήταν διευθυντής στο ένθετο: Βιβλιοθήκη – Καταφύγιο Θηραμάτων, της Ελευθεροτυπίας. Κάθε Σάββατο. Τιμήθηκε με το Βραβείο Καβάφη, στο Κάιρο και στην Αλεξάνδρεια, τον Δεκέμβριο του 2011. Και από τον Δήμο Πειραιά για την προσφορά του στα Πειραϊκά Γράμματα, τον Φεβρουάριο του 2013.

ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ

Θα κατεβαίνει πάντα απόγευμα Κυριακή μόνος την Πανδρόσου
κρατώντας το τελευταίο φύλλο International Herald Tribune
με τις ειδήσεις του τελειωμένες για τους δρόμους της Αμερικής
ένας ξένος μέσα στις πόλεις διατηρώντας τώρα βιαστικά
τις θέσεις τουρίστα στην αλλοδαπή που θυμάται
μέσα στη νάρκωση του καλοκαιριού την επιστροφή, τη βρύση που
υδρορροεί
και πίνει σιωπηλά και τρώει στα μπαρ της τροπικής φυγής
με τα παιδιά του vivere pericolasamente φορώντας παλιά πουκάμισα
με μαύρους κύκλους κάτω απ’ τα μάτια, χωρίς διαφημίσεις
στις εξωτερικές σελίδες, με χαμηλό κοστολόγιο για τις ανεπιθύμητες
καταχωρίσεις
δημοσιογράφος ανύπαρκτων ειδήσεων, ένας παυμένος κληρικός του
Σόχο
διατηρώντας επαφές με την Washington Post, με τους εκδότες της
Γαλλίας
φορώντας μαύρα γυαλιά μέσα στα τούνελ, αγγίζοντας μόνο τις χειρολαβές
τον ξανθό Αλέξανδρο, πελάτης μόνιμος των πάρκων
ένας φίλος των σταθμών, μια διαιώνιση του αυνανισμού των ρεσεψιόν
Παλιός μου γνώριμος πριν απ’ την Άλωση, τον επιστάτη του επάνω
ορόφου
τον θυμάμαι
να περπατά τη μόνιμη πτώση του μοναχικού πριν απ’ τον θάνατο
τις εγχειρήσεις των παιδιών, τη μετάληψη των φοβισμένων
κρατώντας μυστικά δική του τη διακοπή της συνδρομής – Προεδρικό
Γραφείο
Μετά ν’ ανεβαίνει παράλληλα με τις γραμμές των ποταμών, ν’ ανάβει
φωτιές μες στα δωμάτια, ν’ αρνείται μόνιμα τη διαιώνιση
του είδους του
ένας νέγρος μες στη λευκότητά του, να συναντά στις βάρκες τον
εκδότη
μέσα στο βλέμμα του να ’μαι εγώ κι εκείνος ο στρατιώτης
από το Αργοστόλι.