Vistonitis

vistonitisyO Αναστάσης Βιστωνίτης γεννήθηκε στον Κομοτηνή το 1952 κι εξέδωσε, από το 1972 ως σήμερα, δεκαενιά βιβλία, ποιητικά και πεζογραφικά. Είναι συντάκτης της εφημερίδας Το Βήμα. Η αρθρογραφία του καλύπτει τους τομείς της βιβλιοκριτικής, των ιδεών, των συνεντεύξεων και του διεθνούς ρεπορτάζ. Από το 1983 ως το 1988 έζησε στις ΗΠΑ (Νέα Υόρκη και Σικάγο) όπου εργάστηκε ως αρχισυντάκτης της ελληνοαμερικανικής εφημερίδας Πρωινή. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και για δύο χρόνια περίπου υπήρξε αντιπρόεδρός της. Το 1996 εξελέγη μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ομοσπονδίας Ευρωπαίων Συγγραφέων (European Writers’ Congress) όπου και παρέμεινε επί έντεκα χρόνια, μέχρι το 2007 (τα τελευταία πέντε ως αντιπρόεδρος). Υπήρξε μέλος της τετραμελούς επιτελικής ομάδας που συνέταξε το 1996 τον Φακέλο Υποψηφιότητας της Αθήνας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Ποιήματα, δοκίμια και άρθρα του έχουν μεταφραστεί σε 18 γλώσσες. Έχει συμμετάσχει σε πλήθος διεθνή φεστιβάλ, συνέδρια και συμπόσια σε ιδρύματα και πανεπιστήμια με εισηγήσεις, αναγνώσεις και απαγγελίες.


Anastassis Vistonitis was born in Komotini, Northern Greece, in 1952. He studied Political Sciences and Economics in Athens. From 1983 to 1988 he lived in the U.S.A. (New York and Chicago) and traveled extensively in Europe, North America, Africa, Australia and Asia. From 1996 to 2001 he was a member of the board of the E.W.C. (The Federation of European Writers) and from 2003 to 2008 he was its Vice-president. In addition to poems, essays, book reviews and articles contributed to many leading quarterlies and newspapers in Greece and abroad Anastassis Vistonitis has published eleven books of poetry, three volumes of essays, four travelogues, a book of short stories and a book of translations of the Chinese poet Li Ho. He was the General Editor of the candidature file of Athens for the Olympic Games of 2004.Anastassis Vistonitis’ writings have been translated into 18 languages. He writes for the leading Greek newspaper To Vima and lives in Athens.

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΜΑΡΑ

Σηκώθηκα αργά τη νύχτα από το κρεβάτι,
κόκκινα κρόσσια ανέμιζαν στα δέντρα
και πουθενά δεν έβλεπες τον ουρανό,
μόνο το μαύρο βελούδο
σκέπαζε με τα κρέπια του την κάμαρα.

Το σπίτι ταξίδευε μες στη σιωπή του
χωρίς τριγμούς, φορτωμένο λιγνίτη,
κι απ’ τα παράθυρα έμπαινε αέρας
κουβαλώντας λησμονιές και θραύσματα.

Στεκόσουν σταχτής δίπλα στην πόρτα,
το αίμα είχε μαυρίσει πάνω σου,
τι να ’θελες άραγε σ’ αυτό το σπίτι,
ένα ξερόφυλλο πεταμένο στα βαθιά της Ιστορίας.

Μου ήρθαν σκηνές φανταστικές
και περιστατικά που κουβαλούσα από διαβάσματα.
Πρόσωπα της Ιστορίας, ανθρωποειδή,
νοήμονα έντομα βαλσαμωμένα σε νεκρές αφηγήσεις.
«Είναι ο Μαρά», ψιθύρισα χωρίς να ξέρω
ποιος απ’ τους δυο μας είναι ζωντανός.

Όμως εσύ δεν μιλούσες.

Όταν η σκέψη ερειπώνει τα μεσοδιαστήματα
τι να ’ναι η Ιστορία – ο κακός μύθος,
άλγεβρα των παρανοϊκών στα σπουδαστήρια.

Από τότε ήρθαν βροχές,
σώματα έπεσαν στα βάραθρα,
ο θάνατος σφραγίζει τη σιωπή,
ήρθαν σιδηρόδρομοι,
σκουπιδότοποι του διαστήματος,
αποφάσεις,
συμφωνίες που δεν τηρήθηκαν,
πάνω τα λάβαρα,
κάτω τα λάβαρα,
σημαίες κυλισμένες στη λάσπη,
σίδερα που ανεβαίνουν ψηλά,
γέφυρες από υδράργυρο μες στο ηλιοβασίλεμα,
στρέφεις τα μάτια – η εποχή της καθέτου,
μια κίτρινη εξίσωση για τη μεγάλη μοιρασιά,
φωτιές και θρύψαλα,
παγωμένες πιστώσεις,
τράπεζες, γαλαξίες, ο οργανωμένος κόσμος.

Θα μπουν κι άλλες υπογραφές
σ’ αυτό το σύμπαν που μικραίνει,
στον χρόνο που αφυδατώνεται
κι εσύ δραπετεύεις,
σπάζοντας την αλυσίδα του αίματος,
ανάβοντας φωτιά στα έμβολα,
πίσω στη νύχτα, ένα κόκκινο στίγμα,
απόφαση, λάμψη, λάβα, λάβαρα, λάφυρα –
«Κάτω το γένος των Λαβδακιδών».

Στους ανοιχτούς δρόμους
πυροβολώντας
γελώντας
γελώντας, πυροβολώντας, γελώντας.

MARA’S SHADE

Deep into the night I rose from bed,
red fringes rippled in the trees
and the sky was nowhere to be seen,
only the black velvet
covering the room with its crepe.

The house journeyed in its silence
without creaking, laden with lignite,
and a breeze came in through the windows
bearing forgetting and fragments.

Ashen, you stood beside the door,
the blood on you had grown black,
what could you want in this house,
a dry leaf flung to the ends of History.

Imaginary scenes came to mind
and incidents I’d picked up from reading.
Figures from History, anthropoids,
intelligent insects embalmed in dead narrations.
“It’s Mara” – I whispered without knowing
which of the two of us was alive.

Though you didn’t speak.

When thought desolates the in-between
what’s history – an evil myth,
algebra of the paranoid in their libraries.

Since then have come rains,
bodies have plunged into chasms,
death seals the silence,
since then have come railroads,
junkyards in space,
decisions,
agreements not kept,
banners raised
banners lowered,
flags trampled in the mud,
steel that rises up high,
bridges of mercury in the sunset,
you turn your eyes – the perpendicular age,
a yellow equation for the great distribution,
fires and splinters,
frozen credit,
banks, galaxies, the organised world.

Still more signatures will be added
to this universe as it shrinks,
to time as it dehydrates
and you flee,
breaking the chains of blood,
setting fire to the pistons,
behind in the night,
a red dot,
decision, light, lava, labara, loot –
“Down with the house of the Labdacidae”.

On the open streets
shooting
laughing
laughing, shooting, laughing.

Translated by David Connolly