Veroniki Dalakoura

dalakouraΗ Βερονίκη Δαλακούρα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1952. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και Ανθρωπογεωγραφία στο Montpellier (Γαλλία). Έχει γράψει ποίηση και πεζό. Μετέφρασε Γάλλους, Ισπανούς και Άγγλους συγγραφείς και ποιητές. Τελευταίο ποιητικό της βιβλίο: Καρναβαλιστής, ΚΕΔΡΟΣ 2011. Εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση.


Born in 1952, Veroniki Dalakoura is a Greek poet whose work shows the influence of surrealism. She published her first book, Poiisi ’67-’72 (Poetry 1967-1972), at the age of twenty, then a second volume, I parakmi tou erota (The Decline of Eros) at twenty-four. Her books often combine poems, prose poems, and longer narratives in provocative ways. These volumes include O hypnos (Sleep, 1982), To paihnidi tou telous (The Game of the End, 1988), Meres idonis (Days of Lust, 1990), Agria angeliki photia (Wild Seraphic Fire, 1997), and O pinakas tou Hodler (Hodler’s Painting, 2001). Her most recent collections of verse are 26 Poiimata (26 Poems, 2004) and Karnavalistis (Reveler, 2011). Dalakoura’s work often develops themes related to eroticism and spirituality. She is also a noted translator of French literature. John Taylor’s essay about Dalakoura, “Eros and Other Spiritual Adventures,” is comprised in his book Into the Heart of European Poetry (Transaction, 2008). John Taylor’s translations of her poems have appeared in several magazines and anthologies.

O δεύτερος θάνατος του Αγγ. Δ.

Κράτα με σφικτά. Ξαναγεννιέμαι.
Δεν είναι ένα παιχνίδι των λέξεων. Ξανάρχομαι στον κόσμο δυνατός και περιχαρής, με όλα τα ατού της χημείας.
Βρίσκομαι στο κατάστρωμα ενός πλοίου. Αγναντεύω τη θάλασσα, καταπίνω αφρούς, απολαμβάνω μια διαδρομή όμοια.Μπαμπά. Ο χορός των αγγέλων μάς νανουρίζει.Μια μητέρα χορεύει αφήνοντας τις απλές της επιθυμίες, ξεκούραστη σε μια μεγάλη αίθουσα , λευκή σαν τους μαστούς της που κυμαίνονται. Το βιολί ακολουθεί την μελωδία της ερωτευμένης κόρης της. Κάποιος την σπρώχνει στον τοίχο και κείνος γκρεμίζεται από το βάρος της απορίας. Στον πύργο μιας επαρχίας στυγνής (και άοσμης στ’ αλήθεια αφού τόσες φορές απέτυχε να βρει το στίγμα της σ’ αυτόν τον τεράστιο, ολάνοιχτο κήπο), συνάντησε έναν περίεργο εραστή. Κάπου εκεί-λίγο πιο πάνω από τις σκεπές των σπιτιών, έτσι που κάθε κίνδυνος πρόσκρουσης με τις προτεταμένες κορφές των περήφανων πολυκατοικιών να έχει αποφευχθεί, μου διηγήθηκε μια σειρά από εφιάλτες.Ο χρόνος λειτουργούσε αντίστροφα. Ο θόρυβος από τα βήματά της –όταν ήταν ακόμη ζωντανή και ευχάριστη- ακουγόταν με μια ιδιαίτερη ευαισθησία, κατοχυρώνοντας την τρυφερή της ανάγκη για προσοχή. Τα ματια της πρωταγωνιστούσαν στην κωμωδία του Φύλου, σκαρώνοντας ,(κι αυτό ήταν το πηγαίο ταλέντο της), παιχνίδια τόσο αθώα, που ακόμη κι ο πατέρας της, σαν κάθε είδος ευσυγκίνητου μπαμπά, άγγιζε τα κόκκινα χείλη της με αξιοπρέπεια στην αρχή, προσβεβλημένος έπειτα, καθώς εκείνη, δαγκώνοντας διακριτικά το προτεταμένο κάτω χείλος του, του απαντούσε: «όχι εδώ μπα-μπά. Σας είπα, ό-χι.»
Την ακούω σιωπηλή. Επιθυμώ μια εκδρομή στην άκρη της θάλασσας που κλείνει την λίμνη των εξωγήινων, αφάνταστα ερωτική, παράθυρο και ποταμός, σύγχρονο νερό των ονείρων μου. Στην άκρη της ίδιας αίθουσας συνεχίζουν τον χορό, η θεϊκή ορχήστρα ενώνει τα σώματα, ώ καλλίνικε χαιρ’ άναξ Ηράκλεις.Μαμά, πόσο γέρασα. Τα χέρια μου ρυτίδιασαν, τα πετσάκια γύρω από τα νύχια κιτρίνισαν κι αυτά. Κι όμως μπορώ ακόμη να πάρω μιαν απόφαση, να κάνω μια κίνηση γενναία, μπορώ ακόμη και να φάω σκατά, γνωρίζοντας την αισθητική τελειότητα μιας τέτοιας πράξης.΄Εχω διδαχτεί την υπερβολή. Έχω φαντασθεί την αλήθεια. Μια ικανότητα μαντική προειδοποιεί την αίσθησή μου. Αντιστέκομαι στα κύματα αυτής της μεσογειακής θάλασσας. Μαστιγώνω τη θάλασσα. Καταστροφές, ναυάγια, πτώματα επιπλέοντα γράφουν τον πρόλογο μιας ιστορίας που θα κάνει πολλούς να δακρύσουν. Ταξίδι στην επιφάνεια της γης. Ο εξωτερικός φλοιός μάς προστατεύει από τους κινδύνους της αναίρεσης. Ένας αρχαίος πατέρας περπατά γυρεύοντας τα πιο μικρά, υπέροχα σοκάκια. Καλύπτει τον προορισμό του. Με αγγίζει υποσχόμενος, γιατί αγνοεί ότι εγώ, σαν ένα cas clinique, δεν έχω πια αναμνήσεις.
[απόσπασμα Ο Ύπνος,, 1982]

The Second Death of Ang. D.

Hold me tight. I am born again.
This is not wordplay. I come back into the world powerful and joyful, with all the capabilities of chemistry.
I am on a ship deck. I gaze at the sea, gulp down the foam of the waves, enjoying a similar route. Daddy. The dance of the angels lulls us to sleep. A mother dances, leaving behind her simple desires, exhausted in a great ballroom, as white as her rippling breasts. The violin accompanies the lovelorn daughter’s melody. Someone shoves her up against the wall and it collapses under the weight of doubt. She met a strange lover in the castle of a miserable province (that was also in fact odorless, for several times she chanced upon her telltale mark in that vast, wide-open garden). I was told a series of nightmares somewhere in that place, a little above the roofs of the houses, thus at a height where all risks of colliding with the jutting peaks of haughty apartment buildings could be avoided. Time ran backwards. The sound of her steps—when she was still vivacious and pleasant—could be heard with a special sensitivity, fortifying her tender need for attention. Her eyes were the protagonists in the comedy of Gender, contriving games so innocent—such was her natural talent—that even her father, like all sentimental Daddies, would touch her red lips with dignity at first, then be offended when she, discreetly biting his extended lower lip, would respond: “Not here, Daddy. I told you, No-oo.”
I listen to her in silence. I yearn for an excursion to the end of the sea that closes off the lake of the extraterrestrial beings—an unimaginably erotic lake, a window and a river, and simultaneously the water of my dreams. At the end of the same ballroom the dance continued, the divine orchestra joining the bodies, Hail O glorious Victor, King Herakles. Mama, how I have aged. My hands have wrinkled, my cuticles yellowed. Yet I can still make a decision, still perform a courageous deed. I can even eat shit, aware of the aesthetic finality of such an act. I have been taught to exaggerate. I have imagined the truth. A mantic capability forewarns my sensations. I stand before the waves of this Mediterranean Sea. I whip the sea. Disasters, shipwrecks, and floating corpses write the preface to a story that will make many weep. Voyage to the surface of the earth. The outer crust protects us from the dangers of self-contradiction. An ancient father strolls in search of the narrowest, most picturesque little streets. He covers the distance to his destiny. He touches me, making promises, because he is not aware that I, like a clinical case, have no memories.
[Excerpt, Sleep, 1982, translated by John Taylor]