Katerina Anghelaki-Rooke

ANGHELAKI_ROOKE_2Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1939. Σπούδασε στην Αθήνα (πρώτο έτος Αγγλικής Φιλολογίας) και στη Νότια Γαλλία και Ελβετία (Πανεπιστήμιο Γενεύης). Είναι διπλωματούχος της Σχολής Μεταφραστών και Διερμηνέων (Αγγλικά, Γαλλικά, Ρωσικά). Πρωτοδημοσίευσε στην Καινούργια Εποχή το 1956. Άρθρα και δοκίμια για την Ελληνική ποίηση και τη μετάφραση της ποίησης έχει δημοσιεύσει σε πολλά περιοδικά και εφημερίδες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έργα της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από δέκα γλώσσες και ποιήματά της βρίσκονται σε πολλές ανθολογίες σε όλο τον κόσμο. Έχει μεταφράσει Σαίξπηρ, Μαγιακόβσκι, Πούσκιν, Σύλβια Πλαθ, κ.ά. Έχει λάβει βραβεία όπως το Βραβείο Εντς (Prix Hensch) της Πόλης της Γενεύης, το βραβείο Κώστα Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών το 2000 και, το 2012, το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική της συλλογή Η Ανορεξία της Ύπαρξης.


Katerina Anghelaki-Rooke was born in Athens, in 1939. She studied in Athens (First Year of English Literature), in South of France and in Switzerland (University of Geneva where she graduated from the School of Τranslators and Interpreters for English, French, Russian and Greek languages). She was first published in Kainouria Epoche (New Era), in 1956. She has published many articles about contemporary Greek poetry and the translation of poetry in many newspapers and magazines in Greece and abroad. Her work has been translated into more than ten languages and published in many anthologies all over the world. She has translated Shakespeare, Mayakovski, Pushkin, Sylvia Plath and many others. She has received the Prize of the City of Geneva (Prix Hensch); the Kostas Ouranis Prize of the Athens Academy, in the year 2000, and in 2012 she received the First National Prize for Poetry for her poetry collection “The Anorexia of existence”.

Η ΑΝΟΡΕΞΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ

Δεν πεινάω, δεν πονάω, δε βρωμάω
ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω
κάνω πως γελάω
δεν επιθυμώ το αδύνατο
ούτε το δυνατό, τα απαγορευμένα
για μένα σώματα δε μου χορταίνουν τη ματιά.
Τον ουρανό καμιά φορά
κοιτάω με λαχτάρα
την ώρα που ο ήλιος σβήνει τη λάμψη του
κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται
στη γοητεία της νύχτας.
Η μόνη μου συμμετοχή
στο στροβίλισμα του κόσμου
είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή.
Αλλά νιώθω και μια άλλη
παράξενη συμμετοχή•
αγωνία με πιάνει ξαφνικά
για τον ανθρώπινο πόνο.
Απλώνεται πάνω στη γη
σαν τελετουργικό τραπεζομάντιλο
που μουσκεμένο στο αίμα
σκεπάζει μύθους και θεούς
αιώνια αναγεννιέται
και με τη ζωή ταυτίζεται.
Ναι, τώρα θέλω να κλάψω
αλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου
η πηγή.

THE ANOREXIA OF EXISTENCE

I am not hungry, I am not in pain, I don’t stink.
Maybe I suffer deep inside
and don’t know it.
I only pretend to laugh
I don’t desire the impossible
nor the possible;
bodies forbidden for me
don’t satiate my glance.
At the sky I look sometimes
full of desire
at the moment the sun withdraws its shine
and the azure lover surrenders
to the spell of the night.
My only contribution
to the whirlpool of the world
is my steady breath.
But I also fell another
weird contribution:
an agony suddenly seizes me
for the human pain
that stretches over the earth
like a ritual tablecloth
soaked in blood:
it covers myths and gods
it is identical to life
and is eternally reborn.
Yes, I want to cry now
but even the source of my tears
has dried out.