Miodrag Pavlovic

miodrag_showΟ Μιόντραγκ Πάβλοβιτς γεννήθηκε το 1928 στο Νόβι Σαντ. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου και για αρκετά χρόνια άσκησε το επάγγελμα του γιατρού πριν αφοσιωθεί αποκλειστικά στη λογοτεχνία. Από τους κορυφαίους ποιητές της Σερβίας, εκτός από ποίηση έγραψε και θεατρικά έργα, διηγήματα κι εξαίρετα δοκίμια λογοτεχνικής κριτικής. Η στοχαστική του ποίηση έχει τις ρίζες της στη σύγχρονη αγγλοσαξονική λογοτεχνική παράδοση και τους κλασικούς μύθους, στο Βυζάντιο, τις παραδόσεις των αρχαίων Σλάβων και τους σερβικούς μύθους και θρύλους. H ποίησή του συγγενεύει με των δυτικοευρωπαίων ποιητών, όπως οι Έλιοτ, Γέιτς και Βαλερύ, όμως ο Πάβλοβιτς προσφέρει τη σύγχρονη και προσωπική του εκδοχή όχι μόνον όσον αφορά τις μυθοποιημένες ηρωικές στιγμές της βαλκανικής Ιστορίας αλλά και της αρχαιοελληνικής παράδοσης που είναι ζωντανή στις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας όσο και στην ίδια την Ελλάδα. Αρκετά ποιήματά του επίσης είναι εμπνευσμένα από την Καινή Διαθήκη.


Miodrag Pavlovic was born in Novi Sad in 1928. He finished medical school at the University of Belgrade and practiced medicine for several years. Later he turned to writing as his main vocation. He is one of the leading poets in contemporary Serbian poetry. He has written poetry, plays, short stories and essays of literary criticism. For his prevalently contemplative poetry he found sources in Anglo-Saxon literature and in classical myths. In his latest poems he turns more and more toward Byzantium, Ancient Slav, and old Serbian myths and legends, at the same time creating his own. Finding inspiration in Western European poets such as T.S. Eliot, Yeats and Valery, Pavlovic gives a sharply contemporary treatment not only to the mythologized heroic moment of Balkan history, but also to the tradition of Ancient Greece, which has remained almost as live in former Yugoslavia as in Greece itself. Some of his themes are come from the New Testament.

ΚΥΝΗΓΙ

Πήρα τον αδελφό μου για κυνήγι
στο δάσος την αυγή.
Είχαμε καλές κρυψώνες,
βέλη με πέτρινες μύτες,
το δάσος γεμάτο θηράματα.
Ο αδελφός μου, ένας άντρας λιγομίλητος,
γνώριζε τη γλώσσα των ζώων.
Οι λύκοι μας μιλούσαν στη γλώσσα της αδελφοσύνης,
τ’ αγριογούρουνα είχαν τη φωνή των προγόνων μας
και τα πουλιά τη φωνή των αδελφάδων μας,
γεροντοκόρες δύστυχες που δεν παντρεύτηκαν ποτέ,
μέρες πολλές κι ως το τέλος δεν σταματήσαμε το κυνήγι,
θέλαμε το τέλειο θήραμα να ξετρυπώσουμε.

Γυρίσαμε κατόπιν στο χωριό
νηστικοί και μ’ αδειανά τα χέρια.
Ως κι οι υπηρέτες μας κορόιδευαν,
οι άπιστες γυναίκες που ’χαμε αφήσει πίσω μας
το ’σκασαν κρυφά με τα κοσμήματα,
ακόμη και στο μοναστήρι αρνήθηκαν
να δώσουν σε μας τους ζητιάνους στέγη και τροφή.

Μόνο τ’ άλογα μας έμειναν πιστά,
μας πήγαν μακριά, βαθιά μες στην απόσταση
και τα πουλιά πετούσαν πάνω απ’ τα κεφάλια μας
παραμερίζοντας τα σύννεφα.

HUNTING

I took my brother hunting
in the woods at down.
We had fine steeds
flint arrows
and the forest was swarming with wild animals.
My brother, a man of few words,
understood the language of the animals
the wolves spoke to us about fraternity
the wild boars had the voices of our ancestors
and the birds the voices of our sisters
poor spinsters never married never born
for days on end we never stopped hunting
we wanted to unharbor the true prey.

Then we returned to the village
starving and emty-handed
even the servants made fun of us
the unfaithful wives we left behind
had absconded with the jewelry.
Even the monastery refused
to offer us beggars food or shelter.

Only our horses remained faithful
they carried us off into the distance
and the birds soared over our heads
thrusting aside the clouds.

Translated by Joachim Neugroschel