Ilias Gris

grisO Ηλίας Γκρής γεννήθηκε το 1952 στο Μπισχίνι Ολυμπίας και μεγάλωσε στην Κρέστενα Ολυμπίας. Τελείωσε το Γυμνάσιο στην Αθήνα και σπούδασε οικονομικά. Από το 1975 άσκησε τη δημοσιογραφία σε διάφορα Μέσα και κυρίως στη δημόσια τηλεόραση όπου έκανε και εκπομπές ιστορικού περιεχομένου. Έχει εκδώσει: ΡΗΜΑΓΜΕΝΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ 1980, 1984. ΣΤΑ ΓΙΟΦΥΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ 1982. ΕΧΘΡΙΚΟ ΤΟΠΙΟ 1983, 1985, 1990. ΛΗΘΑΡΓΟΣ ΚΟΣΜΟΣ 1987, 1990. Η ΕΦΕΣΟΣ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ 1993, 2012. ΑΛΦΕΙΟΣ ΠΡΟΓΟΝΟΣ 2005. Εξέδωσε επίσης πεζογραφία : ΟΙ ΑΓΛΥΚΑΝΤΟΙ 1980, 1983. ΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΑΣΥΛΟΥ 1990(2), 1998. ΑΡΣΕΝΙΚΗ ΕΡΗΜΟΣ 1996(2). Επιμελήθηκε τον τόμο αφιέρωμα: ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ, ένοικος τώρα του παντοτινού, κεκυρωμένος,1996. Εξέδωσε και τις ανθολογίες: ΤΟ ΜΕΛΑΝΙ ΦΩΝΑΖΕΙ Η 17η Νοέμβρη 1973 στη λογοτεχνία, 2003. Η ΑΡΧΑΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ Νεοέλληνες ποιητές για την Αρχαία Ελλάδα, 2004. ΤΟ 1821 ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, 2011. Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΝΕΟΤΕΡΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ, 2011.
Μέρος της ποίησης του έχει συμπεριληφθεί σε ανθολογίες και έχει μεταφραστεί στα Αγγλικά, Βουλγάρικα, Ιταλικά, Ρωσικά, Γερμανικά, Περσικά, Ισπανικά, Γαλλικά. Είναι μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ), της Εταιρείας Συγγραφέων και του Κύκλου Ποιητών. Διετέλεσε μέλος της Επιτροπής Σεναρίων της Ε.Ρ.Τ (1993-1995) και της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας της Κύπρου (2003-2005).


Elias Gkris was born in 1952 in Mpischini, Olympia and grew up in Krestena Olympias. He finished high school in Athens and studied economics. From 1975 he practiced journalism in various media and especially in public television where he shows historical content. He has published : DEVESTATED STATE 1980 1984. IN BRIDGES OF THE WORLD 1982. HOSTILE LANDSCAPE 1983, 1985, 1990. TORPOR WORLD 1987 1990. EFESOS OF THE HORSES 1993, 2012. ALFEIOS ANCESTOR 2005. He also published literature : THE BITTER PEOPLE 1980, 1983. THE EYE OF THE ASYLUM 1990(2), 1998. MALE DESERT 1996(2). Edited tribute volume : TAKIS SINOPOULOS, DWELLER NOW OF THE ETERNAL, AUTHENTICATED, 1996.
Issued also the anthologies: THE INK SHOUTS November 17th, 1973 in literature, 2003 . THE ANCIENT COUNTRY OF POEMS Modern Greek poets on ancient Greece, 2004 . THE 1821 IN GREEK POETRY, 2011 .PAPADIAMANTIS WITH THE EYES OF YOUNGER LITERARY PEOPLE, 2011 .Part of his poetry has been included in anthologies and has been translated into English, Bulgarian, Italian, Russian, German, Persian, Spanish, French.He is a member of the Journalists Union of Athens’ Daily Newspapers (ESIEA), the Society of Authors and Poets’ Circle.He was a member of the Committee of Scenarios e. r. t. (1993-1995) and of the Committee of State Prizes Literature of Cyprus (2003-2005).

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ, Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗ

Παίρνοντας εκδίκηση στο όνομα
του Επίκουρου, εκείνου του άγιου
και θεσπέσιου ανθρώπου…
ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ

Μα ποιος ακούει τον ασπρομάλλη γέρο Επίκουρο
‘Αβουλος τρέμοντας το χέρι του θανάτου;
Κανείς δε θυμάται το γιο του μετανάστη που πρώτος
Σκόρπισε το φως μες στα φριχτά σκοτάδια.
Και πάντα θα αφρίζουν επιθυμίες σαν κύματα
Σε ζαλισμένα μυαλά. εγώ νοσταλγός του ελάχιστου
Δίδαξα την αταραξία ακόμη και σε εταίρες
Με ελοιδόρησαν σε πλατείες καίγοντας έργα μου
Μισθοφόροι ναών λογής εγκάθετοι. Αν ήταν
Πάλι θα ζούσα με ραπανάκια, χόρτα και κόλιαντρο
Επειδή της αυταρκείας καρπός μέγιστος ελευθερία
Πάλι θα είχα στον Κήπο και πουτανίτσες κι εργάτες
Επειδή ίδιο σε όλους φουσκώνει το προζύμι του φόβου
Πάλι θα κερνούσα ηδονή τον επιστήθιο θάνατο.
Δεν υπάρχει τιμή στην αρένα, φίλε μου, λάθε βιώσας
Δεν υπάρχει παρά ένα μικρό, αδέσποτο
Αστέρι που γαυγίζει το τέλος της ημέρας
Μάλλιασε η γλώσσα μου μες στους αιώνες, μηδέν
Μηδέν προς ημάς είναι τον θάνατον
Μα ο φόβος του θανάτου ασάλευτος εκεί
Πίσω από κόκκινα μάτια του λύκου στα όνειρα.

EPICURUS, THE EMIGRANT’S SON
Taking revenge in the name
of Epicurus, of that holy and splendid man
LUCIAN

But who pays any attention to hoary Epicurus
Trembling, helpless, before the hand of death?
No one remembers the emigrant’s son who first
Cast light upon the horrid darkness.
And always desires will foam like waves
In confused minds; I, nostalgist of the minimal,
Taught composure even to hetaeras
They jeered at me and burnt my works in public squares
Church mercenaries and various claques. If I had to
I’d live again on radishes, greens and coriander
Because freedom is the supreme fruit of self-sufficiency
I’d again have whores and workers in the Garden
Because the yeast of fear ferments equally for all
I’d still treat intimate death to pleasure.
There’s no honour in the arena, my friend, live incospicuously
There’s only a little stray
Star that barks the end of the day
I’ve talked myself hoarse through the ages,
Death means nothing to us
Only, the fear of death matters, motionless
Behind the woolf’s bloodshot eyes in dreams.

Translated by ΥΑNNIS GOUMAS