Evgenios Aranitsis

Aranitsis_photo

Ο Ευγένιος Αρανίτσης, ποιητής, μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος, γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1955. Το 1986, σε συνεργασία με τον Οδυσσέα Ελύτη, εξέδωσαν το λεύκωμα Το δωμάτιο με τις εικόνες. Η συλλογή Σε ποιoν ανήκει η Κέρκυρα (1999) απέσπασε το κρατικό βραβείο λογοτεχνίας για το δοκίμιο. Από το 1978 αρθρογραφεί στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 ασχολείται με τη σύνθεση ενός μεγάλων διαστάσεων ποιητικού έργου (Τάξη και αναρχία), του οποίου προδημοσιεύσεις έχουν εμφανιστεί κατά καιρούς σε λογοτεχνικά περιοδικά. Το 2007, το περιοδικό Πόρφυρας τού αφιέρωσε ένα ειδικό τεύχος. Την ίδια χρονιά, το μυθιστόρημά του Λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου (1993) κυκλοφόρησε στα γαλλικά από τις εκδόσεις Flammarion. Άλλα έργα: Αφρική (1988).ž  Ποιήματα & Πράξεις (1990).  Ιστορίες που άρεσαν σε μερικούς ανθρώπους που ξέρω (1995)ž. Φυσική (1995).ž  Η θάλασσα (1998).ž Orphan Drugs (1999).ž Ιψ ο Τυπογράφος: ο Ελύτης γιa παιδιά και ερωτευμένους (2000) και Καλοκαίρι στον σκληρό δίσκο (2002).


Evgenios Aranitsis, poet, novelist and essayist, was born in Corfu in 1955. In 1986, in collaboration with Odysseas Elytis, he published the lyrical album The Room with the Pictures. His collection Who Corfu Belongs to (1999) was awarded the State Literary Prize for the essay genre. Since 1978 he has been a columnist for Eleftherotypia. Since the early 90’s he has been working on a long and complex composition entitled Order and Anarchy, parts of which have appeared in literary journals. In 2007, the literary review Porfyras published a special issue on his work. In the same year, his novel Details on the End of the World (1993) came out in French by Flammarion. Other works of his include: Africa (1988); Poems & Acts (1990); Stories liked by Some People I know (1995); Physics (1995); The Sea (1998); Orphan Drugs (1999); Ips typographus: Elytis for Children and Lovers (2000) and Summer on the Hard Disc (2002).

[ από το έργο Τάξη και αναρχία, κεφ. IV ]

i.
όταν γδύνεται η μέρα κι είναι 12 ιουνίου δύο τινά ίσως συμβούν: α’) γιορτές. β’) κηδείες.

εδώ γιορτές έλαβαν χώρα, όχι κηδείες: οι γυναίκες μας τράφηκαν με τον χρόνο, οι άντρες τον έθρεψαν.

το επόμενο πρωινό, ήτανε λες και το φως τακτοποίησε τα πάντα από μόνο του. η πλατεία λαμποκοπούσε χωρίς ούτε ένα σπασμένο ποτήρι (το φως ξεπλένει τα ποτήρια και τα σκουπίζει προσεχτικά, είναι γνωστό. αντιθέτως, ο ήχος κάνει ζημιές).

παρ’ όλ’ αυτά, οτιδήποτε εμφανίζεται στο οπτικό μας πεδίο ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ θυμίζει. αν δεν θυμίζει, τότε δεν φαίνεται διόλου.

πραγματικό, ως εκ τούτου, είναι εκείνο που δεν θυμίζει τίποτα απολύτως.

άρα το φως δεν είναι πραγματικό, αφού θυμίζει γιορτές.

ωστόσο, ότι το φως ήταν άυλο, τουτέστιν απατηλό, δεν συνέφερε κανέναν μας.

συνεπώς, εξισώσεις που περιέγραφαν την ακτίνα του σαν ανελαστικό όριο μέτρησης έπρεπε πάση θυσία να τύχουν επαληθεύσεως.

έτσι, το φως καμπυλώθηκε απ’ τη βαρύτητα.

και επειδή κανένα βλέμμα δεν μπορεί να εννοηθεί ως καμπύλο, το βλέμμα έπαψε να βλέπει.

απορρόφησε εντελώς την ψυχρότητα του κόσμου, την απαραίτητη για την επώαση των αντικειμένων της επιστήμης.
έγινε ένα με την δομή των κρυστάλλων.

αίφνης, ο ίλιγγος της θέας φωτίστηκε εκ των έσω. πλέον η περίμετρος του νησιού συμπεριελάμβανε το βάθος μιας παράλληλης διάστασης: ο χρόνος ήταν η ακινησία που βασιλεύει στις όχθες της λήθης.

ΗΤΑΝ, δεν θύμιζε!

αυτά περίπου στη θεωρία.

στην πράξη τώρα, το φως καλύπτει την επέλαση των γεγονότων, επιταχύνεται και μαζεύει όπως όπως τα λουλούδια γιατί ’ναι η ώρα που κλείνουν.

στην πράξη, το φως ισχύει σαν το δόγμα της ανάστασης των σωμάτων που υπαινίσσονται ο ησαΐας στο 26:19 κι ο δανιήλ στο 12:2. μ’ άλλα λόγια, εάν θέλεις το πιστεύεις, εάν όχι, πάλι καλά, εμείς δεν παρεξηγούμε.

το φως, σ’ αυτό το νησί, είναι μια άμαξα που την οδηγεί ο συνοδηγός.


[ from the work Order and Anarchy, chapter IV ]

i.

when the day is undressing and it’s june 12, two things might happen: a) holidays; b) funerals.

here it was holidays that were taking place, not funerals: our women fed on time, our men had fed it.

next morning, it was as if light had straightened out every- thing by itself; the square sparkled and not a single glass was broken (light washes the glasses and wipes them carefully, sound on the other hand wrecks things.)

nevertheless, anything that appears in our range of vision reminds us of SOMETHING ELSE; if it doesn’t, then it’s not visible at all.

on that account, real is what doesn’t remind us of anything at all.

therefore, light isn’t real, since it reminds us of holidays.

however, the fact that light was incorporeal, that is, illusory, was to nobody’s advantage.

consequently, equations describing its beam as an inelastic boundary of measurement had to be verified at all costs.

so, light was curved by gravity.

and because no gaze can ever be thought to be curved, the gaze stopped seeing.

it totally absorbed the coolness of the world, such as is necessary for the incubation of science objects; it became one with crystal structure.

suddenly, the view’s vertigo was illumined from inside; from then on the island’s perimeter included the depth of a parallel dimension; time was the immobility that reigned in the banks of lethe.

IT WAS, it didn’t remind one of!

that more or less in theory.

in practice now, light covers the current of events, it hastens and picks up the flowers in a hurry because it’s time to close.

in practice, light operates like the dogma of the resurrection of the body as alluded to by isaiah in 26:19 and by daniel in 12:2; in other words, if you want to, you believe it, if not, well that’s ok, we don’t take offense.

light, in this island, is a coach driven by the man next to the driver.

(Τranslated by Angelos Sakkis)