Elias Kefalas

kefalasO Ηλίας Κεφάλας γεννήθηκε το 1951 στο χωριό Μέλιγος Τρικάλων. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στην Αθήνα, όπου και έζησε από το 1969 έως το 1992. Σήμερα ζει και πάλι στον γενέθλιο τόπο, καλλιεργώντας την ποίηση και παρακολουθώντας τη φύση να επιμένει στην αέναη ανθοφορία της. Ασκεί λογοτεχνική και εικαστική κριτική, συνεργαζόμενος με περιοδικά λόγου και τέχνης. Σε στήλη του περιοδικού «Φρέαρ» δημοσιεύει κριτικές αποτιμήσεις προσώπων και κειμένων της νεοελληνικής γραμματείας. Σε πολλές εφημερίδες και άλλα περιοδικά παρουσιάζει τις εντυπώσεις του από τα θέματα της σύγχρονης λογοτεχνικής δημιουργίας. Παλαιότερα διακόνησε επισταμένως τη κριτική βιβλίου στα περιοδικά «Τομές», «Νέες Τομές», «Διαβάζω», «Οδός Πανός» καὶ «Νέα Ευθύνη», όπου φιλοξενήθηκαν περισσότερα από χίλια κείμενά του. Εξέδωσε συνολικά 25 βιβλία, από τα οποία τα 10 ποιητικά, 4 πεζογραφικά, 5 δοκιμιακά, 5 παιδικά και μία ποιητική ανθολογία. Κάποια ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά, ιταλικά, ουγγρικά και πολωνικά.


Elias Kefálas was born in 1951 in the village Méligos, the Prefecture of Tríkala. He read political sciences at the University of Athens, where he lived from 1969 to 1992. Nowadays he is back home, cultivating poetry and observing nature that insists on its perpetual flourishing. He collaborates with literary and art magazines in his capacity of critic. He has a column in the magazine Frear where he publishes critical assessments of individuals and texts of contemporary Greek literature. In the past, he was a critic for the magazines Tomés, Nées Tomés, Diavázo, Odós Panós and Néa Efthíni, where he published over one thousand reviews. To date, he was published twenty-five books, of which ten are poetry, four prose, five essays, five for children and one poetry anthology. His poems have been translated into English, French, German, Spanish, Italian, Hungarian and Polish.

ΟΛΥΜΠΟΣ
Σὰν αἰωρούμενη φωλιὰ ἀπὸ νέφη
Πασπαλισμένος τὰ πηγμένα χιόνια του
Πετᾶ ὁ Ὄλυμπος στὸν οὐρανὸ κάθε πρωὶ
«Εἶσαι ἀλήθεια ἤ ψέμα;»
Φώναζε ἐνθουσιασμένος ὁ παππούς μου
Καμαρώνοντας τὴ φιλντισένια ὄψη τοῦ βουνοῦ

Ἀπὸ νερὸ ἤ στάχτη τὰ χρόνια γρήγορα περνοῦν
Μνήμη μονάχα ὁ παππούς μου τώρα πιὰ
Καὶ τὸ βουνὸ ἐκεῖ γεροδεμένο καὶ ἀνίκητο
Ἐξωθώντας τὴ λευκὴ ἀθέρα του στὸ χάος
Ἀμόλυντο νὰ φαίνει
Πλατὺ καὶ ὀξὺ καὶ ἐν τέλει
Νὰ ἐπιβάλλεται στὸν καθαρὸ οὐρανὸ

Ὁ λόγος τοῦ παπποῦ στὴ γλώσσα μου τροχίζεται
«Εἶσαι ἀλήθεια ἤ ψέμα;» φωνάζω τώρα ἐγὼ
Καὶ μαγεμένος καμαρώνω τὸν κῶνο του τὸν ἱερὸ

OLYMPUS

Like a hovering nest of clouds
Powdered with its thick snow
Olympus flies skywards each morning
“Are you real or false?”
Grandpa would shout enthusiastically
Looking admiringly at the mountain’s ivory aspect.

Be it of water or ashes the years go by quickly
Grandpa is a remembrance now
And the mountain there stalwart and invincible
Inciting its white edge into the void
Looking immaculate
Broad and sharp and finally
Imposing itself on the clear sky.

Grandpa’s words are whetted on my tongue
“Are you real or false?” now I shout
And entranced I look admiringly at its holy cone.