Dimitris Angelis

aggelisΔημήτρης Αγγελής (Αθήνα, 1973). Ποιητής και δοκιμιογράφος, διευθυντής του περιοδικού Νέα Ευθύνη (2010-2013) και σήμερα του περιοδικού Φρέαρ. Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές, δοκίμια, μελέτες και διηγήματα. Βραβείο ποίησης Λ. Πορφύρα της Ακαδημίας Αθηνών.


Dimitris Angelis (Athens, 1973). Poet and essayist, director of the literary review Nea Efthini (2010- 2013) and currently of Frear. He has published five collections of poetry, essays, studies and short stories. He is the recipient of the L. Porfyras poetry prize of the Academy of Athens.

1989 (απόσπασμα)

η τηλεόραση μονίμως ανοιχτή
σαν ένας πένθιμος βωμός εγκατεστημένος στο δωμάτιο
χρόνια –μία φωτιά
που δεν ζεσταίνει, μόνο φωτίζει
αχνά
μέχρι τις δύο πολυθρόνες και πιο πέρα το ξέστρωτο
τραπέζι με τα ψίχουλα,
και τ’ αποφάγια σωρό (όμως λείπουμε χρόνια) –ξοπίσω
τους απλώνεται
πηχτό κι επίβουλο σκοτάδι
όλο τριξίματα και μία μόνιμη ηχώ από πνιγμένες κραυγές
εκεί που πάτησε η μνήμη
μιλώντας για θαλάμους λαϊκών σανατορίων, Καψαλώνα
κι Αϊ Γιάννη,
ονειρικούς σιτοβολώνες, εργοστάσια με τα πνευμόνια πίσσα,
εκτοπίσεις σε παγωμένα τοπία,
μιλώντας για το πλήθος που κατέβηκε πανικόβλητο τα σκαλιά
διαδηλώνοντας την αγάπη του και δεν ξανανέβηκε
για τη λαχτάρα μας να λατρέψουμε καταποντισμένους θεούς,
ίδιους με τους θλιβερούς εαυτούς μας

– διαφημίσεις

πάγωσε η οθόνη, πάγωσε το διαμέρισμα
σα να ξέχασε κάποιος την πόρτα ενός νεκροθαλάμου ανοιχτή
κι αυτή η χαραμάδα έγινε ένα τείχος που πέφτει
και τριακόσιες χιλιάδες άνθρωποι δραπετεύουν διαμιάς από την
ιστορία
κρατώντας αναμμένα κεριά σα να γυρίζουν απ’ την Ανάσταση
φορώντας ντρίλινα, σαρακοφαγωμένα πουλόβερ, σέρνοντας
βιαστικά ετοιμασμένες βαλίτσες, το κλουβί με το ψόφιο
καναρίνι -σκέφτονται
λεωφόρους στη Σιβηρία με μοναχικά βενζινάδικα την αυγή, κρύο
και ματωμένες σημύδες
το κουδούνισμα του τηλεφώνου που αντήχησε στους τσιμεντένιους
τοίχους του ψυχιατρείου, κανείς δεν το σήκωσε κι έμειναν με
την απορία μήπως τους γύρευε ο Σταυρόγκιν -σκέφτονται […]

1989 (excerpt)

the television permanently turned on
like a mournful altar installed for years in the room – a non-warming
fire, only a faint
glow
as far as the two armchairs and beyond the uncleared table with crumbs
and a pile of leftovers (but we’ve been away for years) – behind them spreads
a thick, insidious darkness
all crackles and a permanent sound of choked cries where the mind stepped
speaking of the wards of public sanatoriums, dreamy granaries, factories with tarred lungs, banishment to icy landscapes,
speaking of the crowd that came panicky down the stairs declaring its love and
never going up again
of our longing to worship annihilated gods, the likes of our pitiful selves

– commercials

the screen froze, the flat froze
as if someone had left a mortuary door open
and this crack became a wall that falls
and three thousand people escape from history at one go
holding burning candles as if returning from the Easter service
wearing drill, moth-eaten sweaters, lugging in a hurry packed suitcases, a dead
bird in a cage -they think
of Siberian avenues with isolated petrol stations at dawn, of the cold and the
bloody birches
of the phone call that echoed unanswered on the mental clinic’s concrete walls
and they were left wondering whether Stavrogin was looking for them -they think […]

Translated from Greek by Yannis Goumas

Advertisements