CHLOE KOUTSOUMBELI

ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗΓεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1962. Σπούδασε Νομική στο Α.Π.Θ. Δούλεψε για 18 χρόνια σε Τράπεζα. Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές, η τελευταία με τίτλο ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ ΠΙΑ ΝΩΡΙΣ, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2012, ένα μυθιστόρημα με τίτλο ΨΙΘΥΡΙΣΤΑ, εκδόσεις Παρατηρητής 2002, ένα θεατρικό με τίτλο ΟΡΦΕΑΣ ΣΤΟ ΜΠΑΡ, εκδόσεις Πάροδος 2005 και δύο βιβλία για παιδιά. Ποιήματα και διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά έντυπα και ηλεκτρονικά και μεταφραστεί σε Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ιταλικά καθώς και σε σλαβικές γλώσσες.


She was born in Thessaloniki in 1962. She studied Law at Thessaloniki’s University. She has published six collections of poems (the last one being IN ANCIENT WORLD IT GETS DARK EARLY, Gavrielidis 2012), a novel, a theatrical play and two books for children. Many literal magazines have also given space to her work and published some of her poems and short stories. Also some of her poems have been translated in other languages.

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥ

Ο μπαμπάς μου φορούσε πάντα αδιάβροχο
και κρατούσε μια γκρίζα ομπρέλα για τον ήλιο,
αγαπούσε γυναίκες κι όλο έφευγε,
κι έπαιζε σε ταινίες κατασκόπων
τον ρόλο της κλειδαριάς στην πόρτα
ή του ανοιχτού παράθυρου
στη μέση μιας ερήμου.
Πολύ του άρεσαν πάντα τα καπέλα.
Η μαμά μου φορούσε όμορφα καπέλα.
με ζωντανά ακέφαλα παγόνια να μαλώνουν.
Ο αδελφός μου ήταν κύκνος,
κρυστάλλινος και διάφανος,
σε χίλιες δυο μεριές του ραγισμένος
και τόσο, μα τόσο ανυπεράσπιστος,
που πάντα έμπαινα στον πειρασμό
να τον ρίξω κάτω για να σπάσει.
Κι εγώ ήμουν αξιολάτρευτη,
στα άσπρα πάντοτε ντυμένη,
έτρωγα κέικ από μοναξιά,
σ’ ένα ετοιμόρροπο, καθόμουνα μπαλκόνι.
Υστερα η μαμά χάθηκε μες στον καθρέφτη,
ο μπαμπάς αγάπησε ένα πουλί και πέταξε,
ο αδελφός μου παντρεύτηκε την Νύχτα
και το μπαλκόνι μου κατέρρευσε στην θάλασσα.
Κι από όλη την οικογένειά μου
απόμεινε μόνο ένα άλμπουμ με σκιές
να κυνηγούν ατέρμονα η μια την άλλη μες στη νύχτα.

MY FAMILY

My father always wore a raincoat
and hold a grey umbrella for the sun,
he was fond of women and always left,
he liked to play in spy films
pretending to be a lock
or an open window in the middle of the desert.
He always liked hats.
My mother wore beautiful hats,
with headless peacocks fighting.
My brother was a swan,
crystal and transparent
cracked in a thousand pieces
and so very defenseless
that I was tempted
to knock him down only to see him break.
And I was adorable
always dressed in white,
eating cake out of loneliness,
sitting on a rickety balcony.
Then, mother disappeared in a mirror,
father fell in love with a bird and flew away,
my brother took Night as his wife
and my balcony collapsed into the sea.
And what remains of my family
is a photo album with shadows
who chase each other endlessly
all through the night.